H Αναπηρία στην Ελλάδα του σήμερα

Ανδρεας ΚολισογλουΚοινωνια0 Σχολια

Ομιλία του Ανδρέα Κολίσογλου, στα πλαίσια της εκδήλωσης που διοργάνωσε η Ελληνική Εταιρεία Αντιρευματικού Αγώνα στις 09/03/2018.

Για να αναφερθούμε στην Ελλάδα του σήμερα σε σχέση με το ζήτημα της αναπηρίας κρίνω απαραίτητο δύο αναφορές μου στο χτες. H πρώτη αναφορά σχετίζεται με τις απόψεις της Εκκλησίας σχετικά με το ζήτημα της αναπηρίας. Επιγραμματικά  η ΚΔ αναφέρει τρεις αιτίες, για τις οποίες ένας άνθρωπος δύναται να βιώσει συνθήκες αναπηρίας:

  • Αναφέρει ότι είναι Θέλημα του Θεού για να επιβεβαιώσει την παρουσία του με το θαύμα της αποθεραπείας της
  • Αναφέρει ότι είναι Θέλημα του Σατανά ή των δαιμονίων του για να επιβεβαιώσει την παρουσία του
  • Αναφέρει ότι είναι Αμαρτία γονέων ή και του ίδιου του ατόμου που τιμωρούνται μέσα από την βίωση της υποτιθέμενα δυσμενούς συνθήκης της αναπηρίας.

Στη προφητεία του Ησαΐα που αναγιγνώσκεται τη μέρα των Θεοφανείων,  προαναγγέλλεται η εξάλειψη κάθε αναπηρίας μετά την παρέμβαση του θεού.

Όλα τα παραπάνω συνηγορούν , στο ότι η αναπηρία για τον εκκλησιαστικό λόγο, αποτελεί μια απεχθή σωματική κατάσταση που όποιος τη βιώνει, τη βιώνει με δραματικό τρόπο και αναμένει την εξάλειψή της. Αυτή μας την υπόθεση την ενισχύει και ένα γεγονός της πρόσφατης Ελληνικής ιστορίας που αφορά τη ρήξη των ατόμων με προβλήματα όρασης και της Εκκλησίας. « Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ», που έλαβε χώρα το Μάιο του 1976,  για κάποιους αν όχι όλους αποτελεί την απαρχή του συνδικαλιστικού αναπηρικού κινήματος στην Ελλάδα και αφορούσε στην προσπάθεια ατόμων με προβλήματα όρασης να ανεξαρτητοποιηθούν από την Εκκλησία. Η Εκκλησία στο όνομα της ελεημοσύνης ως προς τα άτομα αυτά εξασφάλιζε μεγάλα χρηματικά ποσά από τους πιστούς της, αλλά τα ποσά αυτά δεν τα διέθετε για το σκοπό αυτό. Έτσι όχι μόνο δεν πρόσφερε ιδανικές συνθήκες διαβίωσης για τους τυφλούς στο ίδρυμα του «Οίκου τυφλών», αλλά συντηρούσε και το στερεότυπο του τυφλού ζητιάνου. Αν και κατάφεραν οι άνθρωποι με προβλήματα όρασης να ανεξαρτητοποιηθούν από την Εκκλησία δεν μπορούμε να πούμε ότι εξαλείφθηκε το στερεότυπο του τυφλού ζητιάνου, το οποίο αναπαραγόταν την περασμένη δεκαετία σε σχολικά βιβλία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και όπως φαίνεται, επιβιώνει στις μέρες μας.

Η δεύτερη αναφορά στο πρόσφατο χτες σχετίζεται με την δημιουργία των ΚΕΠΑ το 2011, όπου κορυφώνεται η επίθεση της πολιτείας στους πολίτες με αναπηρία. Το ιδεολογικό πρόταγμα  για την πολεμική του κράτους έναντι των αναπήρων πολιτών του, ήταν το ξεκαθάρισμα του υποτιθέμενα «θολού τοπίου» της αναπηρίας γιατί οι προηγούμενες επιτροπές δεν έκαναν σωστά την δουλειά τους, με αποτέλεσμα να υπάρχουν αρκετοί συμπολίτες μας που καρπώνονταν παροχές σχετικές με την αναπηρία χωρίς να τις έχουν πραγματικά ανάγκη.  Σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε το εξής παράδοξο: Αντί να ελεγχθούν και να εκδιωχθούν όσοι στις προηγούμενες επιτροπές λειτούργησαν με τον τρόπο τους, σε βάρος της πολιτείας, ελέγχονται οι πολίτες με αναπηρία που a priori θεωρήθηκαν απατεώνες, το ποσοστό αναπηρίας των οποίων πρέπει να επιτηρηθεί, από τις υποτιθέμενα αδιάβλητες επιτροπές των ΚΕΠΑ. Είναι από τις λίγες φορές στα χρονικά που το ελληνικό κράτος στράφηκε ενάντια στον εαυτό του. Δημόσια έγγραφα από προ ΚΕΠΑ επιτροπές που έχουν ισχύ περιορισμένου η αορίστου χρόνου έχασαν την ισχύ τους παράνομα και καταχρηστικά, με αποτέλεσμα να απαιτείται νέα εξέταση των ανθρώπων με αναπηρίες για να λάβουν το απαιτούμενο ποσοστό που θα τους επιφέρει ορισμένες παροχές. Η αλήθεια είναι αυτή, όσο και να θέλουν κάποιοι μέσω των επικοινωνιακών τρικ να βαφτίσουν το κρέας ψάρι: Καμία από τις προηγούμενες επιτροπές προ ΚΕΠΑ αλλά ούτε και τα ίδια τα ΚΕΠΑ μπορούν με ακρίβεια να απεικονίσουν το ποσοστό αναπηρίας του ενδιαφερόμενου. Πολλές φορές δεν υπάρχει αντικειμενικό κριτήριο που να αιτιολογεί τη μεταβολή του ποσοστού αναπηρίας από 0% σε 1% ή σε 2% από 49% σε 50% από 66% σε 67% από 79% σε 80% ή πάνω από 80%. Όσο και να μην θέλουμε να το παραδεχτούμε, η αναπηρία ως αντικείμενο μελέτης, είναι κάτι πολύμορφο και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Μέσα από τον ενιαίο πίνακα προσδιορισμού της αναπηρίας, που χρησιμοποιούν στα ΚΕΠΑ, αναγνωρίζει κανείς την έλλειψη κοινωνικών παραγόντων που την αφορούν. Η αναπηρία αντιμετωπίζεται ως εξασθένισή, πάθηση ή βλάβη και τα κοινωνικά κριτήρια που η ίδια ιατρική επιστήμη έχει παραδεχτεί, πως σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό επηρεάζουν τον τρόπο ζωής του ατόμου που την βιώνει, δείχνει να εκλείπουν ως προς τον προσδιορισμό του ποσοστού αναπηρίας. Η κοινωνική διάσταση για τις επιτροπές ΚΕΠΑ δείχνει μόνο να έχει βαρύνουσα σημασία, σε σχέση με το αν το άτομο με αναπηρία χρίζει βοηθό ή αν μπορεί να εργαστεί.

Είναι όμως το δομημένο περιβάλλον κατάλληλο για τους ανθρώπους με αναπηρία; Η ελληνική πραγματικότητα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της, πλην ελαχίστων τοπικών και αποσπασματικών εξαιρέσεων, δεν προσφέρει πρόσβαση στους ανθρώπους με αναπηρία.

Πέρα αυτής της γενικευμένης διαπίστωσης, η πολιτεία προσφέρει τις κατάλληλες εξατομικευμένες παροχές στους ανθρώπους με αναπηρία; Η καθημερινή μας εμπειρία έχει δείξει πως όχι. Αν και θα θεωρούσαμε αυτονόητο ότι με τη κυριάρχηση της τεχνολογίας θα μειωνόταν το χάσμα ανάμεσα στους ανθρώπους με αναπηρίες και στους ανθρώπους χωρίς αναπηρίες, λόγω του ότι το περιβάλλον είναι δομημένο ως σαν να μην υπάρχει η αναπηρία ως μια άλλη πτυχή της ανθρώπινης φύσης, στην πράξη δεν έχει συμβεί αυτή η μείωση του χάσματος. Ο τομέας της τεχνολογίας δείχνει να εξελίσσεται αυτόνομα χωρίς να έχει πρόσβαση σε αύτη μεγάλο μέρος του γενικού πληθυσμού. Είχα βρεθεί πρόσφατα σε μια ημερίδα που διοργάνωσε πολιτικός φορέας ο οποίος εκπροσωπείται στη βουλή και υποστήριζε ότι η τεχνολογία θα επιφέρει συνθήκες μεγαλύτερης ισότητας για τους ανθρώπους με αναπηρίες. Το συγκεκριμένο παράδειγμα καταδεικνύει, με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, τα στεγανά που υπάρχουν ανάμεσα σε αυτούς που ασκούν πολιτική και δεν γνωρίζουν τις πραγματικές συνθήκες τις οποίες βιώνουν οι άνθρωποι με αναπηρίες. Πόσοι από τους πολιτικούς που αναφέρονται στην αναπηρία, γνωρίζουν ότι η πολιτεία βάζει φραγμούς στην πρόσβαση των τεχνολογικών αγαθών; Έτσι σπαταλούνται σημαντικά κεφάλαια για την ανάπτυξη της τεχνολογίας, που πολλές φορές δεν επιστρέφουν στην κοινωνία αλλά επικοινωνιακά χαρίζουν την ψευδαίσθηση ότι στο μέλλον μπορεί να συμβάλλουν στην μείωση των ανισοτήτων στην πρόσβαση τους.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ωθεί τους πολίτες με αναπηρία στην κοινωνική περιθωριοποίηση. Εύλογα πρέπει να αναρωτηθούμε: Η περιθωριοποίηση προκαλείται από την αναπηρία ή από την απουσία της πολιτείας; Ποιος ευθύνεται για τα απροσπέλαστα πολιτισμικά αγαθά ή αναπηρία ή η πολιτεία που με την αδιαφορία της θέτει εμπόδια στους ανθρώπους με αναπηρία με αποτέλεσμα να μην έχουν την προσδοκώμενη πρόσβαση σ’ αυτά;

Ένα άλλο κοινωνικό αγαθό στο οποίο δεν έχουν εύκολη πρόσβαση οι άνθρωποι με αναπηρίες, είναι ο τομέας της εκπαίδευσης. Τις περισσότερες των περιπτώσεων, οι μαθητές με αναπηρία φοιτούν σε ειδικά σχολεία απομονωμένοι από ανθρώπους χωρίς αναπηρίες. Σαν κοινωνία πιστεύουμε ότι είναι φυσιολογικό και ορθό να γίνεται ο διαχωρισμός των μαθητών με την πρόφαση πως τα υποτιθέμενα ειδικά σχολεία θα έχουν εξειδικευμένες υποδομές και προσωπικό για τις εκάστοτε εξειδικευμένες εκπαιδευτικές ανάγκες. Συμβαίνει όμως αυτό στην πράξη ή αποτελεί μια πρόφαση που νομιμοποιεί τον διαχωρισμό ανάμεσα σε μαθητές με και χωρίς αναπηρίες ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες; Αυτή η διάκριση στο εκπαιδευτικό σύστημα έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει στην πλειοψηφία της κοινωνίας εξοικείωση με την εικόνα της αναπηρίας ή της ειδικής εκπαιδευτικής ανάγκης που αυτό με την σειρά του δημιουργεί το στερεότυπο ότι η αναπηρία είναι μια εξαίρεση στην ανθρώπινη φύση και δεν αποτελεί απλά μια ακόμα πτυχή της.

Να δούμε τι συμβαίνει στην τριτοβάθμια. Βάσει της νομοθεσίας οι εκάστοτε ανώτατες σχολές της χώρας έχουν το δικαίωμα να απορρίψουν υποψήφιους φοιτητές κατά το δοκούν αν κρίνουν ότι η κατάσταση της υγείας του φοιτητή δεν επιτρέπει την απρόσκοπτη παρακολούθηση των μαθημάτων τους.

Στα  πανεπιστήμια η κατάσταση δεν διαφέρει σημαντικά στο θέμα της προσπελασιμότητας των κτηρίων σε σύγκριση με τις άλλες βαθμίδες εκπαίδευσης. Αρκετά από αυτά δεν ενδείκνυνται για άτομα με βαριές κινητικές αναπηρίες . Πέρα όμως από το θέμα της προσπελασιμότητας, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά προβλήματα που αφορούν άτομα με αναπηρίες και εστιάζουν στην έλλειψη των κατάλληλων μέσων που διασφαλίζουν την ισότιμη μεταχείριση, όπως για παράδειγμα η έλλειψη σημειώσεων και βιβλίων σε γραφή  Braille  ή έλλειψη γνώσης της εν λόγω γραφής για εξέταση των φοιτητών με προβλήματα όρασης σε γραπτή μορφή. Κάτι που συνεπάγεται τον εξαναγκασμό τους σε προφορική εξέταση. Οι σημειώσεις κατά την διάρκεια της παράδοσης του μαθήματος απαιτεί διπλό κόπο για τους φοιτητές με προβλήματα όρασης, αφού πρέπει να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη άδεια από τον εκάστοτε καθηγητή να μαγνητοφωνήσουν την παράδοση του μαθήματος και να γράψουν σημειώσεις στη γραφή Braile. Κάτι ανάλογο γίνεται και με τα συγγράμματα που απαιτούν κάποιον εθελοντή να κάνει την ανάγνωση, αυτή να ηχογραφηθεί και μετά να γίνει η απομαγνητοφώνηση και η συγγραφή σημειώσεων. Ανάλογα εμπόδια αντιμετωπίζουν και οι φοιτητές με προβλήματα ακοής ή με προβλήματα κινητικότητας στα άνω άκρα.

Συνθήκες ανισότητας διαπιστώνουμε και στην αγορά εργασίας. Σε αυτό το σημείο δεν μπορούμε να παρακάμψουμε τα «φυσικά εμπόδια» που προκαλεί το δομημένο περιβάλλον. Αυτό γιατί η ύπαρξη νομοθετημάτων που προσπαθούν να εξαλείψουν τα εμπόδια αυτά δεν αρκούν αν δεν εφαρμόζονται επαρκώς. Στην υποθετική συνθήκη, που αγγίζει σενάρια επιστημονικής φαντασίας για τα Ελληνικά δεδομένα, αν ισχυριστούμε ότι έχουν προβλεφθεί σχετικά ασφαλείς λύσεις για την ομαλή μετάβαση από το χώρο διαμονής, του εργαζόμενου με αναπηρία στο χώρο εργασίας του και αντίστροφα, η λίστα των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απρόσκοπτη εργασία τείνουν να καταστούν ατέρμονες. Πολλών ειδών εργασίες απαιτούν μετακίνηση από την έδρα της επιχείρησης, προς επιχειρήσεις ή χώρους πελατών-προμηθευτών ή προς τις δημόσιες υπηρεσίες κάτι που ενεργοποιεί ξανά τον φαύλου κύκλου της έλλειψης ειδικά δομημένου και διαμορφωμένου περιβάλλοντος.

Οι εργοδότες επιθυμούν την συνεργασία τους με ανθρώπους που έχουν αναπηρίες; Δεν είναι λίγες οι φορές που η εξωτερική εμφάνιση καταλαμβάνει κριτήριο επιλογής για την ανάληψη καθηκόντων στα πλαίσια μιας θέσης εργασίας, κάτι που μας ωθεί να πιστεύουμε πως η εμφανής στην εξωτερική εικόνα αναπηρία, είναι ένας ακόμα δυσμενής παράγοντας ως προς το θέμα της εύρεσης εργασίας. Όταν στην Ελληνική επικράτεια η ανεργία των ανθρώπων με αναπηρίες ξεπερνά το 50% τα λόγια περισσεύουν.

Σαν κοινωνία θέλουμε όμως πραγματικά την αναπηρία κοντά μας, ή θεωρούμε τους ανθρώπους που την έχουν ότι μειονεκτούν σε σύγκριση με αυτούς που δεν την βιώνουν; Επιλέγουμε συντρόφους ανθρώπους με αναπηρίες; Πως θα αντιδρούσαμε στο ενδεχόμενο κάποιος δικός μας άνθρωπος να επέλεγε για σύντροφο του κάποιον ή κάποια με αναπηρία; Πως θα αντιδρούσαμε στο ενδεχόμενο να φέρουμε στο κόσμο κάποιο παιδί με αναπηρία ;

Η επιστήμη της ιατρικής, μέσω των προγεννητικών ελέγχων έδωσε το «φιλί της ζωής», στην ευγονική ιδεολογία, παρέχοντας την δυνατότητα στους μελλοντικούς γονείς να αποφύγουν το ενδεχόμενο να φέρουν στο κόσμο κάποιο παιδί με αναπηρία. Σε τέτοιες περιπτώσεις κάποιοι γιατροί συστήνουν τη διακοπή της κυήσεως. Η απόφαση για τη διακοπή της βαραίνει τους γονείς, αυτό όμως δεν αναιρεί την προσπάθεια κάποιων γιατρών να τους φοβίσουν στο ενδεχόμενο το παιδί τους να έχει κάποια μορφή αναπηρίας, χωρίς αντικειμενικά να γνωρίζουν σε ποιο βαθμό η ενδεχόμενη αναπηρία μπορεί να επηρεάσει την λειτουργικότητα του ατόμου. Συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις ακούμε επιχειρήματα που επικαλούνται την λογική,  του τύπου: Το παιδί θα δυσκολευτεί στη ζωή του λόγω της αναπηρίας του και θα είναι δυστυχισμένο. Κατά τη διάρκεια της προσωπικής μου εμπειρίας σε ομάδες ατόμων με νοητική υστέρηση, Ο φόβος αυτός δεν επιβεβαιώνεται. Τις περισσότερες φορές που έχω ζητήσει κατά τη διάρκεια των μαθημάτων χοροθεατρικής έκφρασης στα παιδιά με νοητική υστέρηση να εκφράσουν προσποιητά το συναίσθημα της λύπης έχω αποτύχει να πάρω το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε, για να δούμε τα πράγματα πιο καθαρά, είναι να αντιμετωπίσουμε με ειλικρίνεια την πρόφαση του συγκεκριμένου επιχειρήματος. Τα παιδιά θα δυσκολευτούν να νιώσουν ευτυχισμένα στη ζωή τους ή οι γονείς τους; Τα παιδιά θα νιώσουν ντροπή για την αναπηρία τους ή ίδιοι οι γονείς των παιδιών;

Είναι κοινά αποδεκτό σχεδόν από όλους, ότι οι γονείς των ατόμων με αναπηρία και τα ίδια τα άτομα που την βιώνουν δεν έχουν την κατάλληλη στήριξη από την πολιτεία. Είναι όμως αυτό ικανό να στερήσει τη δυνατότητα να υπάρχουν εν δυνάμει πολίτες με αναπηρία επειδή απουσιάζει το κράτος πρόνοιας; Πρέπει να εξαφανίσουμε την αναπηρία ή να ενισχύσουμε το κράτος πρόνοιας;

Είναι η στιγμή να αναρωτηθούμε: Όλη αυτή η επίκληση στη λογική ως προς το ζήτημα διακοπής της κυήσεως είναι αποτέλεσμα νοητικής επεξεργασίας του ίδιου του ατόμου ή είναι ένας τρόπος εσωτερίκευσης της ψυχρής λογικής της πολιτείας που αντιμετωπίζει την αναπηρία ως πηγή επιβάρυνσής του οικονομικού της προϋπολογισμού;

Αυτό το ζήτημα είναι ευκρινέστερα κατανοητό σε όλη την παραφιλολογία που υπάρχει σε χώρες του εξωτερικού για το δικαίωμα προώρου τερματισμού τής ζωής σε περιπτώσεις βαριάς αναπηρίας ή ασθένειας.

Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες υποστηρίζουν το λόγο περί ισότητας. Για ποια ισότητα όμως μιλάμε; Ο άνθρωπος από τις πρώτες ώρες της ζωής του ως έμβρυο δεν αντιμετωπίζεται με όρους ισότητας. Νομικά το δικαίωμα διακοπής της κυήσεως διευρύνεται κατά τρεις μήνες όταν διαπιστωθεί ότι το έμβρυο έχει την πιθανότητα να εμφανίσει κάποια μορφής αναπηρία. Κάποιοι υπέρμαχοι των δικαιωμάτων του ανθρώπου θα μου πουν ότι είναι δικαίωμα της γυναίκας να διακόψει την κύηση όποτε θέλει. Ποιος όμως μου στερεί το δικαίωμα να υπερασπιστώ το δικαίωμα στην ζωή των ανυπεράσπιστων εμβρύων ;

Σαν κοινωνία διαρρηγνύουμε τα ιμάτιά μας όταν δούμε κάποιο παιδί να έχει πέσει θύμα της παραβίασης των δικαιωμάτων του. Γιατί όμως δε συμβαίνει το ίδιο και στα παιδιά με αναπηρία; Κατά τακτά χρονικά διαστήματα έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας περιπτώσεις κακοποίησης παιδιών με αναπηρία σε διάφορες δομές φιλοξενίας και όμως μια μερίδα του κόσμου θεωρεί ότι οι πρακτικές δεσίματος ή εγκλεισμού φαντάζουν αναγκαίο κακό στο όνομα της εξασφάλισης της σωματικής ακεραιότητας των ίδιων των ατόμων με αναπηρία που πέφτουν θύματα κακοποίησης.

Υπάρχει η τάση στις μέρες μας να θεωρούμε ότι ο λόγος περί αποδοχής της διαφορετικότητας είναι αυτός που μας θα μας οδηγήσει στην ισότητα . Είναι όμως τα πράγματα έτσι; Ο λόγος περί διαφορετικότητας δίνει έμφαση στο ότι ο άνθρωπος με αναπηρία διαφέρει από τον άνθρωπο που δεν έχει κάποια αναπηρία. Διαφέρει όμως ουσιαστικά; Όλοι άνθρωποι ανεξάρτητα αν έχουμε ή δεν έχουμε κάποια από τις μορφές αναπηρίας έχουμε τις ίδιες ανάγκες. Καμία αναπηρία δεν είναι σε θέση να μας τις στερήσει. Το ότι για παράδειγμα περπατώ με διαφορετικό τρόπο δε σημαίνει ότι έχω διαφορετικές ανάγκες. Με βάση αυτό το παράδειγμα μπορούμε όλοι να φέρουμε στο νου μας ανάλογα παραδείγματα τα οποία αποδεικνύουν ότι ο λόγος περί διαφορετικότητας μάλλον άδικη, μάλλον συνεισφέρει στη διατήρηση της φιλοσοφίας των διακρίσεων, παρά προσφέρει στον λόγο περί αποδοχής της ισότητας, ανεξάρτητα από τα εσωτερικά ή εξωτερικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ύπαρξης.

Την συντήρηση του λόγου περί διαφορετικότητας προσφέρουν και οι διάφοροι σύλλογοι ή οργανώσεις των δικαιωμάτων των ανθρώπων με αναπηρία. Συνήθως εμμένουν στη ρητορική της παροχολογίας και θεωρούν ότι με τη διεκδίκηση εξειδικευμένων παροχών καταπολεμούνται οι συνθήκες ανισότητας μεταξύ ανθρώπων με ή χωρίς αναπηρία. Η απουσία της πολιτείας στο να προσφέρει δικαίωμα πρόσβασης για όλους, σε διάφορες πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας όπως, η εκπαίδευση, ο αθλητισμός ή η τέχνη για παράδειγμα, εξυπηρετούν στη διάκριση αυτών των δραστηριοτήτων ανάλογα με την παρουσία ή απουσία κάποιας μορφής αναπηρίας. Έτσι για παράδειγμα δεν μπορεί κάποιος με αναπηρία να βρει εύκολα στον Δήμο του τη δυνατότητα να αθληθεί ή τη δυνατότητα να ασχοληθεί με τις διάφορες μορφές τέχνης. Συνήθως αυτό γίνεται διαμέσου της ιδιωτικής πρωτοβουλίας με αποτέλεσμα να συντηρείται ο διαχωρισμός ανάμεσα στους ανθρώπους με ή χωρίς αναπηρία που ασχολούνται με την τέχνη με την άθληση ή οτιδήποτε άλλο.

Έτσι αντί να βλέπουμε για παράδειγμα μια κοινή οργάνωση των ολυμπιακών αγώνων βιώνουμε τον διαχωρισμό της άθλησης ανάμεσα σε ολυμπιακούς και Παραολυμπιακούς αγώνες. Το τραγικότερο όμως από όλα είναι ότι βλέπουμε μέσα στους κόλπους της αναπηρίας διαχωρισμός ανάλογα το είδος και το μέγεθος της αναπηρίας ως προς την δυνατότητα πρόσβασης των ανθρώπων που την βιώνουν.

Αυτό συμβαίνει γιατί η συντήρηση του διαχωρισμού ανάμεσα σε ανθρώπους με ή χωρίς αναπηρίες ή διατήρηση του διαχωρισμού ανάμεσα στις διαφορετικού είδους αναπηρίες έχει καταντήσει να είναι μια κερδοφόρα επιχείρηση.

Βλέπουμε να υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε τέχνη ανθρώπων με αναπηρίες και των ανθρώπων χωρίς αναπηρίες και αυτό να συνοδεύεται με διάφορα επιδοτούμενα προγράμματα τα οποία θα αποφέρουν κέρδος στους φορείς που τα υλοποιούν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι δυνατόν να ελπίζουμε ακόμη ότι θα υπάρξει η συγχώνευση και ίση πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην τέχνη στην άθληση ή οπουδήποτε αλλού χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη αναφορά στην παρουσία ή απουσία της αναπηρίας; Πως είναι δυνατόν να αυτοπροσδιορίζονται οι διάφοροι φορείς ως κοινωνοί της ισότητας των ανθρώπων και ταυτόχρονα να διαχωρίζουν την ανθρώπινη δραστηριότητα ανάλογα με την ύπαρξη ή την απουσία της αναπηρίας;

Βάσει των αρνητικών στερεοτύπων για την αναπηρία η κοινωνία μας είναι δύσκολο να καταλάβει ότι οι άνθρωποι με αναπηρία δεν είναι ούτε ανώτεροι ούτε κατώτεροι, δεν είναι άνθρωποι με ειδικές ανάγκες ή ειδικές δεξιότητες, δεν είναι ούτε ήρωες ούτε επαίτες, είναι απλά άνθρωποι που δεν έχουν χάσει την ουσία της ανθρώπινης φύσης τους λόγω της αναπηρίας. Οι εξειδικευμένες ανάγκες που μπορεί να έχουν σε διάφορα ζητήματα που αφορούν την καθημερινότητά τους δεν αιτιολογούν τις συνθήκες ανισότητας τις οποίες βιώνουν. Οι άνθρωποι με αναπηρία δεν μιζεριάζουν 24 h το εικοσιτετράωρο, για τυχόν προβλήματα που η αναπηρία τους προκαλεί . Οφείλουν και θέλουν να είναι ενεργοί πολίτες αλλά η δομή της κοινωνίας τους αποτρέπει από αυτή την κατεύθυνση.

Μπορούμε να αναρωτηθούμε πόσοι άνθρωποι με αναπηρία ασχολούνται με την πολιτική στους Δήμους, τις Νομαρχίες ή ως εκπρόσωποι της Βουλής;

Πως είναι δυνατόν να πιστεύουμε ότι τα εμπόδια της κοινωνίας ως προς τους ανθρώπους με αναπηρίες θα εκλείψουν χωρίς την ενεργή παρουσία των πολιτών με αναπηρία;

Κοινοποιηση

Πείτε μας τη γνώμη σας

Το email σας δεν θα δημοσιοποιηθεί. Τα πεδία με τον αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.